Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ

Η Μαρία Κουλούρη είναι μία νέα ποιήτρια η οποία με την πρώτη της ποιητική συλλογή"Μουσείο Άδειο" έκανε τόση εντύπωση ώστε βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας στην μνήμη του Γιάννη Βαρβέρη. Είναι υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης πράγμα καθόλου τυχαίο καθώς θα διαπιστώσετε τόσο με την ανάγνωση των ποιημάτων της όσο και στην συνέντευξη που παραχώρησε στο cantus firmus.



Eπί την καρδίαν

Τα δάχτυλα που σκάλιζαν τ΄ αγάλματα
Κι η σκόνη  που δάκρυζε  το βλέμμα
Η επιμονή σου να δεις τι έχει από κάτω
Τίποτα δεν έχει από κάτω
Όλα είναι στην όχθη αυτή
Στα λουλούδια που ξαπλώναμε
Στον ήλιο
Στο ποτάμι το μικρό και τη δροσιά του
Κοινά τα λόγια της θλίψης
Τίποτα πρωτότυπο στο πένθος
Σάρκες σκίζονται
Έντερα τραβιούνται
Φωνές μες στο μυαλό
Δεν έχω άλλο να πω
Δεν ξέρω πώς είσαι πια
Πού  είναι το σπίτι σου
Έκοψες τα μαλλιά σου
Πώς σε φωνάζουν τώρα
Αγάπη μου
Αντίθετο της ήττας θα σε λέω
Κι ας είσαι της ποίησης μου αμοιβή
Των φωνηέντων μου το πάχος
Και των συμφώνων μου ο συριγμός
Ας είσαι εσύ της κάθε μέρας εκκρεμότητα
Ούτε και σήμερα κατάφερα τη λήθη






Στου Κάφκα

Αν αποφάσισες να μεταμορφωθείς, γίνε χώρος
 Δώσε μου καρέκλα και  κρεβάτι
 Άσε με να ξαπλώσω
Τόσες δίκες
Να τελειώσουν κάποτε
Σε γνώρισα παράθυρο
 Έγινες σκοτάδι
Σε είδα βροχή 
Πέρασε κι αυτό
Οι πόνοι της γέννας
Σε κάνανε  μητέρα
Διάβασα τα έργα σου
Τα έφαγες
 Όπως εκείνος ο πατέρας τα παιδιά του
Να μια όμορφη  μέρα, είχα πει
Ήθελα να σκαρφαλώσω στα δέντρα
Ντράπηκα
Αν αποφάσισες  να μεταμορφωθείς, γίνε χώρος
Υπάρχει ακόμα ένας ήχος
Ήσυχος
Περιμένει να τον αφήσεις  να κοιμηθεί
Ζήσε αργά
Περιττό να το πούμε
Όλοι θα υποκύψουμε
Αυτός  είναι ο τελευταίος αφορισμός





Κτερίσματα


Μυστήριο -
Ακουμπισμένος στα γόνατα
Μ’ ένα φακό στο βλέμμα
Εμένα σημαδεύει
Τ ακίνητο  γλυπτό
Παρέμβαση στο πέρασμα του κόσμου
Πανάρχαιας προέλευσης ομοίωμα
Κόσμημα  βιτρίνας  μελλοντολιθικής εποχής
Αυτός
Σκάβει το σώμα μου
Αιώνες  κατοικούνε
Χώματος ληστής
Κάπηλος
Εγώ είμαι η χώρα
Στην κορυφή της πόλης μου
Κάτοικοι
Τους  κίονες κρατούνε
Δεν έχει εδώ άλλη ταυτότητα
Ερείπια και ίαμβοι
Αυτά
Ταιριάζουν στο κορμί μου





Θυσία


Κι ύστερα απ΄όλα αυτά
Βρήκε τόπο για την οργή του
Την έπλυνε
Τη στόλισε
Έπραξε τα δέοντα
Ευχήθηκε μακάρια ανάπαυση
Άδραξε το κέρατο ενός ζωντανού
Χάθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση
Καβαλάρης χωρίς νώτα 
Διαπέρασε σύννεφα, ουρανούς, στρατόσφαιρες
Συνέτριψε φράγματα φωτός και ήχου
Αγκιστρώθηκε κάποτε στην έλλειψη του χρόνου
Έκτοτε νέα του δεν είχαμε
Παρ’ εκτός κάτι όνειρα βραδινά
Και φυσικά δυο τρεις αυταπάτες
Χαρτζιλίκι στη χούφτα για τις εκδρομές μας
Παρακαλώ, μετά την αναχώρησή μου
Ας αφεθεί το άνωθεν
Εις μνημείον πεσόντα αγέρωχα επί το έργον της ζωής του
Ως κατάθεση έναντι στεφάνου







Ηττηθήκαμε, όπως πάντα


Απόγευμα
Ώρα αναχώρησης
Το φως δεν κάνει αστεία
Δεν απειλεί
Φεύγει
Σηκώσαμε τα βήματα αργά
Άλλοι πέταξαν χαλίκια
Άλλοι κόκκους ψωμιού
Όλοι ήλπιζαν μιαν επιστροφή
Μόνον εγώ
Γέρος           
Φροντίδα καμιά για τα σημάδια
Τί να τα κάνω άλλωστε
Σάμπως αυτά με πάνε
Οι δρόμοι έχουν μνήμη
Με θέλγουν όταν θέλουν
Ποιος είμαι εγώ που δε θα τους πατήσω
Άφησα δυο ρώγες
Εγώ
Σταφύλι ή κορμί
Τί σημασία έχει
Άλλον τώρα μεθούνε
Άφησα μια χώρα
Εγώ
Ξανά 
Πάλι





Σπίτια

Είναι γεγονός
Οι τοίχοι  έπεσαν
Σπίτια  δεν τα λες πια
Πέτρες στοιβαγμένες
Συμπλέγματα
Αλήθειες
Ύπνοι
Κάποιος να καθαρίσει τους δρόμους
Κάποιος που άντεξε
Αυτός που κουβάλησε τόνους επιθυμίας
Στις πλάτες μιας όμορφης Κυριακής
Κάποτε μετρήσαμε το χρόνο με χαμόγελα
Τώρα σκυμμένοι ζητάμε  λεπτά πάνω στο χώμα
Η σκιά του ήλιου πάντα πρόθυμη να δείξει άλλη μια τελειωμένη ιστορία
Και το ρολόι παραμένει παλιό
Ο μόνος τρόπος για την ύπαρξη
Ένα κλαδί καρφωμένο στο χώμα
Ρουφά  φως
Οι πέτρες ακόμα εκεί
Μπορεί και να ανθίσουν στην επόμενη βροχή
Μπορεί και όχι
Μάλλον όχι



Τέσσερα ανέκδοτα ποιήματα της ποιήτριας Μαρίας Κουλούρη


Αντιρρησίες  συνείδησης

Ήταν μια γνώριμη κατάσταση
Σκίζαμε τα σεντόνια
Ξηλώναμε τα λούστρα
O ρυθμός της ανάσας σήκωνε τα χώματα
Ντυμένοι ρίζες  αλλάζαμε νερό στις ανθοστήλες
Έπειτα βγαίναμε στους δρόμους
Αρνητές του χρόνου
Οι αποξηραμένοι
Έτσι  μας φώναζαν
Τόσο στεγνοί από ελπίδα
Τόσο σκληροί
Άπειροι αριθμοί
Και όλα αυτά υπό το φως του ήλιου
Εκείνες οι μέρες άντεχαν τη διαστολή





Δημοτικό


Δε  θυμάμαι αρκούμαι  στην  οσμή
Στα σπίτια·  
Η  υγρασία  τους  πλούτισε  εργολάβους
Επίπεδη  θλίψη  οι  δρόμοι
Στη  χάση  τους κάποια  άνοιξη
Νεραντζιές  γέννησαν  Παρθενώνες
Μυρίζω   με  την  σπλήνα  με τη  χολή
Μυρίζω  με  τα  μάτια
Όμως  ψυχή μόνο  σκιές
Φιγούρες  λαϊκού  μπερντέ







Εύφημος  Μνεία

Με προθυμία αφέθηκαν στα χέρια φωτογράφου
Κόσμημα τοίχου ετοιμόρροπης εστίας
Ζεύγος και τέκνα
Πίσω από τζάμι σπασμένο
Με χείλη κλειστά
Εγκλωβισμένα υπολείμματα ιστορίας
Είναι και οι λέξεις σαν τους προγόνους
Κάποτε στέκουν έτοιμες προς διαιώνιση
Με αίσθημα αυτοδιάθεσης
Ρυτιδιασμένοι  συνοριοφύλακες
Πολύτιμο φορτίο η μνήμη






Βαλεριάνες

Αφετηρίες περισυλλογής
Τα δέντρα του φθινοπώρου κάποτε
Κλαδιά για τον υπαινιγμό μιας πτήσης
Κλείνουν  τώρα οι δρόμοι
Σφάζουν  την άσφαλτο κόκαλα και λουλούδια
Και οι φτερούγες των πουλιών
Πανάκριβο προκάλυμμα  του ύπνου
Ας κοιμόμαστε τουλάχιστον καλά
Αντιπερισπασμός στα όνειρα οι νύχτες
Αντιστέκονται τον τελευταίο καιρό
Να μην ξυπνήσουμε
Να αφεθούμε στη σιωπή
Στη σιωπή του σκότους


Ο τίτλος της πρώτης σας ποιητικής συλλογής «Μουσείο Άδειο» θα μπορούσε να είναι μια ανοικτή συζήτηση μιας νέας ποιήτριας με τον Σεφέρη και την Κίχλη « Τα αγάλματα είναι στο μουσείο»;
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα σκεφτεί έναν τέτοιο διάλογο με τον Σεφέρη. Ο τίτλος της συλλογής, δόθηκε από τον τελευταίο στίχο του ποιήματος «Νυχτερινό». Στην πρώτη μου αυτή ποιητική συλλογή, γίνεται κατάθεση των μέχρι τώρα ερεθισμάτων μου. Ουσιαστικά το μουσείο που αδειάζει είναι η μνήμη μου. Η μνήμη ως φορέας συγκράτησης κατακερματισμένων εμπειριών, που αναδύονται και με ακολουθούν. Έτσι λοιπόν, τα δικά μου «αγάλματα» τοποθετήθηκαν σε μια ποιητική συλλογή και έφυγαν από το μουσείο. Ας πούμε, ότι ήθελα να σταματήσουν να με«κυνηγούν, (…) με τα σπασμένα μέλη τους,
με την αλλοτινὴ μορφή τους», όπως αναφέρει η γυναίκα στον Ελπήνωρα.

Με ποιούς ποιητές και συγγραφείς “συνομιλείτε” στα ποιήματά σας;
Το «Μουσείο Άδειο» είναι αφιερωμένο στους ποιητές και αυτό γιατί, όντως, υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επικοινωνία με το έργο τους. Είναι εμφανής η διαλογική σχέση με τη Σύλβια Πλαθ, τον Καβάφη, τον Κάφκα, τον Μπέκετ, τον Λειβαδίτη. Υπήρξαν όμως και διάλογοι πιο εσωτερικοί και όχι άμεσα αντιληπτοί, όπως με τον Σαραντάρη και τον Σαχτούρη.

Στο ποίημά σας «Στου Κάφκα» γράφετε «Αν αποφάσισες να μεταμορφωθείς γίνε χώρος». Τι σημαίνει ο χώρος για μία νέα δημιουργό;
Μια κόλλα χαρτί που ένας συγγραφέας έχει γράψει κάτι, είναι ένα σώμα. Ένα σώμα που υφίσταται το διττό της γέννησης και του ταυτόχρονου θανάτου. Ένα κείμενο είναι η απόρροιατης συνεχούς γέννησης κάθε λέξης και του ακαριαίου θανάτου της. Ό,τι γράφεται πεθαίνει εκείνη την στιγμή και αποκτά τη θέση του στο διηνεκές. Ό,τι καταλαμβάνει χώρο πάνω στο χαρτί, σταματάει τη ροή του χρόνου. Θα λέγαμε, ότι ο χώρος στη συγγραφή έχει να κάνει με το οριστικό, με την απώλεια.
Τι «θυσίες» καλείτε να κάνει ο δημιουργός ώστε να μπορέσει να βρει τον προσωπικό του χώρο στην ποίηση και γενικότερα στην τέχνη;
Δεν το βλέπω έτσι. Δεν μπορώ να δω ως θυσία, την επιλογή ενός δημιουργού να υπηρετήσει το ιδανικό του. Σίγουρα, στη δημιουργική του πορεία θα αναμετρηθεί με τάσεις ή επιθυμίες και κάποιες θα πρέπει να τις αφήσει, αλλά αυτό δεν γίνεται, έτσι κι αλλιώς, με όλους τους ανθρώπους; Έρχεται η στιγμή που πρέπει να αποφασίσουμε από πια πλευρά θα πάμε. Αναγκαστικά, θα επιλέξουμε την μια από τις διάφορες άλλες κατευθύνσεις.
Ένας ποιητής δεν είναι δημιουργός μόνο τη στιγμή που γράφει το ποίημα. Γενικότερα, πιστεύω στην «εν πνεύματι τέχνης» ζωή του δημιουργού. Αυτό δεν αισθάνομαι ότι είναι επιλογή. Είναι κάτι που σε περισώζει και πορεύεσαι μαζί του.

Τί είναι για εσάς η μνήμη;
Η μνήμη είναι ένας μετατροπέας. Είναι το μέσο για να πάρει υπόσταση και να αποκτήσει έννοια ένα ερέθισμα. Είναι μια βασικότατη μηχανή σηματοδότησης, που μας επιτρέπει να βρίσκουμε το δρόμο. Για παράδειγμα, όταν δω ένα πορτοκάλι, θα κάνω διάφορες κωδικοποιήσεις, αναγωγές και συσχετίσεις και η αρχική αίσθηση της όρασης, μέσω του μετατροπέα της μνήμης, θα γίνει η γνώση ότι αυτό είναι πορτοκαλί, στρογγυλό, είναι φρούτο και λέγεται πορτοκάλι. Εν κατακλείδι, η μνήμη είναι ο φορέας της γνώσης.

To 2013 βραβευτήκατε με το βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη» και είσθε υποψήφια για το Κρατικό βραβείο ποίησης. Τι αντιπροσωπεύει ένα βραβείο για μία νέα δημιουργό;
Ένα βραβείο είναι πάντα μια ανταμοιβή, μια αναγνώριση. Σε αυτή τη βάση, είναι σίγουρα κάτι πολύ θετικό και ενθαρρυντικό. Ειδικά, στην περίπτωση ενός νέου δημιουργού, που ίσως και να μην είναι κατασταλαγμένη η αίσθηση που έχει για το δημιούργημά του, μια βράβευση δίνει κάποιες απαντήσεις στις πρώτες αμφιβολίες. Βέβαια, οι επιφυλάξεις δεν σταματούν ποτέ, ίσως μάλιστα, ένα βραβείο να τις εντείνει. Όμως, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ να δω τη δημιουργική διαδικασία μέσα σε ένα πλαίσιο βεβαιότητας.

Έχετε γράψει θεατρικά μονόπρακτα και σενάρια ταινιών. Πόσο διαφορετική ή πόσο όμοια είναι η γραφή αυτών των ειδών με την ποίηση;
Υπάρχει κοινή ρίζα στη θεατρική και την ποιητική γραφή και αυτό γιατί και στις δύο περιπτώσεις κύριο χαρακτηριστικό είναι η δράση και όχι η περιγραφή. Στο θέατρο η περιγραφή γίνεται μέσω της σκηνογραφίας και στη συγγραφή τη συναντάμε στην πεζογραφία. Τόσο στο θέατρο όσο και στην ποίηση, βασικότατο ρόλο παίζει η οικονομία.

Γράφετε στο ποίημά σας «Αντιρρησίες συνείδησης» «αρνητές του χρόνου». Πώς φθάνει ένας άνθρωπος να αρνηθεί τον χρόνο συνειδητά;
Αυτό δεν μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα. Υπάρχουμε γιατί υπάρχει ο χρόνος. Είναι η μονάδα μέτρησης της ζωής. Στο συγκεκριμένο ποίημα, « οι αρνητές τους χρόνου» βγαίνουν από τη γη. Έχει γίνει μια ρήξη με το χρόνο, είναι νεκροί.

Ο χρόνος είναι φίλος και σύμμαχος ή αντίπαλος κατά την διαδικασία της δημιουργίας;
Προσωπικά, δεν ένοιωσα ποτέ φιλικά το χρόνο. Δεν μου φτάνει ποτέ, όταν γράφω. Εργάζομαι πολλές ώρες την ημέρα για να εξασφαλίσω το βιοπορισμό μου. Γράφω κυνηγώντας το ρολόι. Έχω ξεχάσει την έννοια του «ελεύθερου χρόνου» και έτσι δεν ξέρω πως είναι να δημιουργεί κανείς, έχοντας άπλετη ώρα μπροστά του. Πάντως, με κάποιον τρόπο, παρά το γεγονός ότι ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος, προσπαθώ να μην γίνεται τουλάχιστον εχθρός. Για εμένα είναι βοηθητικό να ξέρω ότι έχω μια ώρα για να τελειώσω κάτι που γράφω. Μου βάζει όριο και με προστατεύει από άσκοπες αναμασήσεις.

Ποια είναι η σχέση σας με την παράδοση; Λογοτεχνική αλλά και ως βίωμα;
Αισθάνομαι τυχερή που έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στη Χαλκίδα. Όσο ακόμα υπήρχαν αλάνες και γειτονιές και οι άνθρωποι μεταξύ τους είχαν δεσμούς ουσιαστικούς. Στους γονείς μου άρεσε να τηρούν τα έθιμα της ελληνικής παράδοσης και χάρη σε αυτό έχω βιώματα πολύτιμης συναισθηματικής αξίας. Ζώντας είκοσι χρόνια πια στην Αθήνα, σίγουρα έχει αλλοτριωθεί η επαφή μου με τα στοιχεία αυτά της παιδικής μου ηλικίας, όμως προσπαθώ όσο μπορώ να τα κρατάω ζεστά και να τα προσαρμόζω στο παρόν.
Στη σχέση μου με την παράδοση στη λογοτεχνία, σημαντικό ρόλο έχει παίξει η φοίτησή μου στη δραματική σχολή και η μελέτη στα πλαίσια των σπουδών μου εκεί, της δημοτικής ποίησης αλλά και των αρχαίων τραγικών ποιητών, καθώς επίσης και του Βιζυηνού, του Ροΐδη και του Παπαδιαμάντη, μια που και αυτούς τους εντάσσω στην ίδια κατηγορία.

Πόσο δυνατή μπορεί να είναι η λέξη σε σχέση με την μνήμη;
Η λέξη είναι ο φορέας της μνήμης. Οι λέξεις έχουν μνήμη. Κουβαλάνε κώδικες του ασυνειδήτου. Φέρουν νοήματα που σχηματίστηκαν πριν από εμάς. Είναι αυτόνομες. Υπάρχουν ερήμην μας. Εμείς τις έχουμε ανάγκη, όχι αυτές εμάς.

Μπορεί η ποίηση να “θεραπεύσει” τον κόσμο μας;
Αν μπορεί να υπάρξει κάποια πιθανότητα να «θεραπευτεί» ο κόσμος, αυτό θα γίνει από εμάς τους ίδιους. Δεν είναι δουλειά της ποίησης αυτό. Η ποίηση είναι εκεί για να μπορούν να ειπωθούν τα υπονοούμενα. Όσα δε γίνεται να ειπωθούν ευθέως.
Κατά καιρούς, της έχουν δοθεί διάφοροι ρόλοι και αυτό μου φαίνεται άστοχο. Η ποίηση υπάρχει πριν από εμάς. Ερχόμαστε και την συναντάμε. Ο πρώτος λόγος μας είναι συμβολικός, ασαφής. Είναι ποιητικός και σταδιακά τον χάνουμε. Πώς να στρατολογηθεί κάτι που δεν μας ανήκει;


Η Μαρία Κουλούρη γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1975. Ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Λογοθεραπεία, Ψυχοθεραπεία και Υποκριτική. Εργάζεται ως  Λογοθεραπεύτρια, Ψυχοθεραπεύτρια και εμψυχώτρια  θεατρικής ομάδας ενηλίκων με αυτισμό και νοητική υστέρηση.
Το «Μουσείο Άδειο»  είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή και κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Μελάνι. Για τη συλλογή αυτή, βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων με το βραβείο  πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, στη μνήμη του Γιάννη Βαρβέρη.  Είναι υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Επίσης, ήταν υποψήφια στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, στα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».
Ποιήματα και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Θεατρικά της μονόπρακτα, έχουν παρουσιαστεί σε μορφή θεατρικού αναλογίου, από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου της Αθήνας .
Έχει γράψει το σενάριο της ταινίας μικρού μήκους με τίτλο «Possibly strangers», σε σκηνοθεσία Γιώργου  Πατεράκη, όπου έχει παρουσιαστεί σε εγχώρια και διεθνή φεστιβάλ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου