Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Συνέντευξη του σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη στη Νότα Χρυσίνα




Φωτογραφία δουλειάς απ' το ''Μετέωρο και Σκιά'' 1985- από αριστερά, Στέλλα Βότσου, Μπέσσυ Βουδούρη, Μιχ. Μαρμαρινός, Τάκης Μόσχος, Τάκης Σπετσιώτης, Φίλιππος Κουτσάφτης


Κύριε Σπετσιώτη σπουδάσατε σκηνοθεσία κινηματογράφου και γυρίσατε τις ταινίες:Στην αναπαυτική μεριά (1981), Μετέωρο και Σκιά (1985 – Α΄ Κρατικό Βραβείο Καλύτερης Ταινίας), Εις το φως της ημέρας (1986) και Κοράκια (1991). Σκηνοθετήσατε επίσης για το θέατρο το έργο Ψυχολογία Συριανού συζύγου του Εμμ. Ροΐδη, Θέατρο «Χυτήριο» (1999-2001). Οι περισσότερες ταινίες σας βασίζονται σε υπαρκτά πρόσωπα, και μάλιστα, στους λογοτεχνικούς μας μύθους όπως ο Λαπαθιώτης ή ο Καβάφης. Ποια η σχέση κινηματογραφικής και λογοτεχνικής γραφής;
Κυρία Χρυσίνα, πήρατε πληροφορίες για την κινηματογραφική μου δράση, ως φαίνεται, από τα – ας τα αποκαλέσουμε- επίσημα βιογραφικά μου σημειώματα στα «αυτιά» των βιβλίων μου στις εκδόσεις «Αγρα». Αλλά η ζωή μού επιφύλαξε μια έκπληξη. Στα 2009 προβλήθηκαν, μετά από πάρα πολλά χρόνια στο συρτάρι, οι δυο μικρού μήκους ταινίες μου Η Λίζα και η άλλη, με την οποία αποφοίτησα απ’ τη σχολή κινηματογράφου το 1976 και η, της ίδιας εποχής, Καλλονή του 1977, κομμένη από τη λογοκρισία και παιγμένη σε πολλά ξένα φεστιβάλ underground κινηματογράφου. Καθώς ξαναγράφτηκαν πράγματα στον τύπο και στο διαδίκτυο για τις ταινιούλες μου αυτές, συγκινήθηκα. ΄Ηταν φυσικό. Να θυμούνται κάτι που έκανες ως άσκηση ύφους, πιτσιρικάς, 33 ολόκληρα χρόνια μετά, και που εσύ δεν είχες αναφέρει ούτε καν σ’ ένα βιογραφικό σου μέχρι τότε, δεν είναι μικρό πράγμα! Πόσο μάλλον και να τίς χαρακτηρίζουν avant queer φιλμς και τολμηρές για την καθυστερημένη σε τέτοιες ελευθεριότητες μικρή μας χώρα, εκείνη την εποχή. Αυτές οι δύο μικρού μήκους, λοιπόν, είναι οι πρώτες μου ταινίες. Που υποκίνησαν και σκάνδαλο αρχές του 2010, μιας και η θεματολογία τους ήταν έτσι… –πώς να το πούμε‒, κάπως αλμυρή και ο πρωταγωνιστής τους, ο γνωστός τηλεπερσόνας Νίκος Μουρατίδης, συμμαθητής μου στη σχολή κινηματογράφου, υποδυόταν στη μία την Λίζα Μινέλι, στην άλλη την Καλλονή, την pin-up γατούλα του σεξ. Μιμούμενος τις φωτογραφίες των soft porn περιοδικών, δελέαζε τους άντρες με πόζες, κλισέ νάζια, τριψίματα σε καρέκλες και στρώματα ηδονής, συναγωνιζόμενος τις στάρλετ του ’40 και του ’50. Gender performances, με τη μοντέρνα ορολογία των α-λά Τζούντιθ Μπάτλερ θεωρητικών. Κάτι το τελείως διαφορετικό κι απ’ τον κλισέ τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν μέχρι τότε τα ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας και φύλου, είτε στις μπαλαφάρες με τον Φίφη, είτε στις μελό ταινίες τύπου «έγινα τραβεστί γιατί με βίασε ο θείος μου, ο γκόμενός μου μ’ έβγαλε στη Συγγρού» κ.λπ. Το φύλο και η σεξουαλικότητα ως ρόλοι κοινωνικοί, αλλά και με αντιμετώπιση της επιθυμίας του σώματος. Ωστόσο εν αρχή ήν ο Λόγος. Πάντα. Στην Ερμιόνη, όπου μεγάλωσα, υπήρχε κινηματογράφος που, εκτός απ’ τα κοινωνικά μελό της εποχής, έπαιζε και κάποιες καλές ταινίες. Το Ρόκκο και τ’ αδέρφια του του Βισκόντι, την Εκδρομή του Κανελλόπουλου. Τις έβλεπα, αλλά δεν μούχε ποτέ περάσει απ’ το μυαλό ότι θα γίνω σκηνοθέτης. Με τα βιβλία ήμουν πιο κοντά. Ήταν πιο σιωπηλά, ιδίως κάποια απαγορευμένα, όπως το βιβλίο του Γιώργου Τσουκαλά Κουρασμένος απ’ τον έρωτα για τη νυχτερινή ζωή του Λαπαθιώτη στο Ζάππειο και τους τεκέδες του ’20, τόχα χιλιοδιαβάσει, ή τα «ηδονικά» ποιήματα του Καβάφη, τα εξωσχολικά. Κι έτσι, όταν μού δόθηκε, καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα, η ευκαιρία να κάνω μια-δυο ταινίες, πιο επίσημα, με κρατική χρηματοδότηση, απ’ το Κέντρο Κινηματογράφου και την ΕΡΤ, σ’ αυτά τα κείμενα πάτησα, αυτά, βλέπετε, κατείχα περισσότερο, γι’ αυτά ήθελα να μιλήσω. Κι επειδή πιστεύω ότι ο κινηματογράφος είναι πράξη δημόσια, όχι υπόθεση ιδιωτική, δεν έκανα προσωπικές ταινίες, αλλά με θεματολογία αντλημένη από την σύγχρονη ελληνική παιδεία, από την όποια κουλτούρα μας, κυρίως την αθέατη, την εξοστρακισμένη. Υπάρχει διαφορά, όντως, στη γραφή, μεταξύ λογοτεχνίας και κινηματογράφου. Στη λογοτεχνία φαντάζεσαι αυτό που διαβάζεις, αν έχεις και λιγάκι το μικρόβιο, το σκηνοθετείς κιόλας κι εσύ ο ίδιος, καμιά φορά μάλιστα γίνεσαι και κριτικός της σκηνοθεσίας του άλλου, πολλές φορές υπερβολικά. Στο σινεμά ο θεατής υφαρπάζεται από τη δύναμη της Εικόνας. Εκεί είναι η ποίηση, εκεί και η αφήγηση. Η εικόνα ως «άλλη γλώσσα», κι όχι ως μέσον για να εικονογραφήσει, με τη στενή, απλοϊκή έννοια τον λογοτεχνικό λόγο. Πολλές φορές, ιδίως στον μοντέρνο, αφαιρετικό κινηματογράφο, αυτά τα δύο στοιχεία, εικόνα και λόγος, «παίζουν», δηλαδή «συνομιλούν» μεταξύ τους, ιδίως όταν π.χ. κομμάτια ολόκληρα λόγου από ένα βιβλίο δίνονται σε μια σκηνή ταινίας χωρίς ν’ ακουστεί λέξη. Ή ορισμένες σκηνές δίνονται περισσότερο –ή σχεδόν μόνον‒, με τον λόγο, η εικόνα είναι απλά ένα χαλί. Είναι ενδιαφέροντες τρόποι, που δεν τους βρίσκουμε στις συμβατικές, τηλεοπτικές σειρές, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις.
Σκηνή από την ταινία ''Κοράκια ή το Παράπονο του νεκροθάφτη'' 1991, βασισμένη στο διήγημα του Εμμ. Ροίδη.


Δύο πρόσωπα που φαίνεται να σας απασχολούν και να μελετάτε με τη γραφή σας, κινηματογραφική ή λογοτεχνική, είναι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και ο Κώστας Ταχτσής. Ποιος από τους δύο σάς δυσκόλεψε στην απόδοσή του και πώς αποδίδεται καλύτερα ένα υπαρκτό πρόσωπο, στην οθόνη ή στο χαρτί;
Πράγματι. Έχετε ακούσει αυτό που λένε μερικοί; «Ταχτσής, Λαπαθιώτης και Τάκης Σπετσιώτης». Ασχολήθηκα περισσότερο μ’ αυτούς τους δύο, απλώς γιατί μού πήγαιναν, φαίνεται, ιδιοσυγκρασιακά, αλλά και γιατί ήταν οι μεγάλοι Αμφιλεγόμενοι της εποχής που εγώ άρχισα να διαβάζω κάπως πιο συστηματικά, στα τέλη του ’60, αρχές του ’70. Ο Λαπαθιώτης είχε εκδοθεί το ’64 σ’ έναν ελκυστικό τόμο απ’ τον Δικταίο και τον Φέξη. Τα ποιήματά του. Στο μεταξύ τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του, πούχε βρει ο Δικταίος απ’ τον φίλο του Λαπαθιώτη Κώστα Χριστοδούλου, είχαν πουληθεί σε κάποιον Παπανδρέου, που κυνήγησε νομικά τον Δικταίο, σέρνοντάς τον στα δικαστήρια, συνεπικουρούμενος κι από άλλους που κατέθεσαν ότι η έκδοση ήταν άσεμνη, λόγω κάποιων σκίτσων ανδρικών γυμνών του Δ. Μεζίκη που την κοσμούσαν. Η έκδοση αποσύρθηκε, κάποια αντίτυπα πουλούσε ο Λαδιάς στα παλαιοβιβλιοπωλεία του, εκεί την βρήκα, τυχαία και, με την πιπεράτη εισαγωγή του Δικταίου που περιέγραφε τον Λαπαθιώτη ως προπολεμικό νυχτόβιο, γοητεύτηκα. Όταν ζεις στην περιορισμένη επαρχία, με τα κατηχητικά, τα «κοινωνικά πρέπει», την ασφυξία, ώρες-ώρες, μιας διατεταγμένης ζωής, η ζωή στην αμαρτία του αθηναϊκού κέντρου δεν μπορεί παρά, ως έφηβο, να σε σαγηνεύσει. Ο Καβάφης είχε αρχίσει διεθνώς ν’ αναγνωρίζεται απ’ το πνευματικό κατεστημένο, κι εξάλλου οι επίσημες πληροφορίες για τη ζωή του δεν έδιναν λαβές για να τον δεις ως queer personality. Όπως, ας πούμε, τον Ταχτσή, που τότε που ήρθα εγώ στην Αθήνα, το ’71, είχαν κυκλοφορήσει τρία βιβλία του το Τρίτο Στεφάνι, τα Ρέστα, το Καφενείο το Βυζάντιο, παράλληλα με κάποιους ψιθύρους για τη νυχτερινή του ζωή: «Ξέρεις, ε; Ο Ταχτσής στη Συγγρού, τη νύχτα, με φούστα… Α!» Τον γνώρισα στα 1974. Άρχισα ν’ ασχολούμαι παράλληλα σχεδόν και με τους δύο. Ντοκιμαντέρ στην ΕΡΤ 1, στη σειρά «Οι Ποιητές μας», για τον Λαπαθιώτη, σενάριο για τηλεταινία πάνω σε διήγημα του Ταχτσή. Ο Ταχτσής, τότε, το 1983, περνούσε μια πολύ δύσκολη φάση. Είχε αποτύχει να γίνει ταινία το Στεφάνι του, μεγάλη διεθνής συμπαραγωγή, τούχαν κηρύξει τον πόλεμο κάποιες τραβεστί, πού να καθόταν ν’ ακούσει εμένα, πιτσιρικά, και το σενάριό μου; Έκλαιγε, έβριζε, τα γράφω στο βιβλίο μου γι’ αυτόν. Ο Λαπαθιώτης, νεκρός, ήδη σαράντα χρόνια από τότε, ήταν πιο εύκολος για να τον χειριστείς βιογραφικά. Να βάλεις τις μαρτυρίες των άλλων για εκείνον σε μια δομή, παράλληλα με κάποιες πληροφορίες από μια απόπειρα αυτοβιογραφίας του. Να τα δεις από απόσταση, να κάνεις τη σύνθεση ενός κόσμου και τη σκιαγραφία ενός πορτραίτου. Έτσι έγινε η μεγάλου μήκους ταινία μου Μετέωρο και Σκιά, το 1985.
Ο Τάκης Σπετσιώτης στα 1979
Η κοινή αφετηρία και των δυο δημιουργιών σας το λευκό ‒της ταινίας στην οθόνη και του βιβλίου στο χαρτί. Πώς ξαναζούν αυτοί οι άνθρωποι, εάν ξαναζούν και είναι οι ίδιοι ή περσόνες που δημιουργήσατε πάνω στη σκιά τους που «μετεωρίζεται πάνω στο λευκό»;
Α, ποτέ δεν ξαναζούν ακριβώς οι ίδιοι οι άνθρωποι, είτε στο λευκό της οθόνης είτε στο λευκό της σελίδας. Ακόμη κι αν τα γραπτά μας ή οι ταινίες μας εμπνέονται από υπαρκτά πρόσωπα, της πραγματικής ζωής, οι ήρωες των ταινιών και των βιβλίων μας έχουν μια δική τους αυτόνομη ζωή και ποτέ δεν ταυτίζονται εντελώς με τους πραγματικούς. Κι είναι φυσικό. Καμιά γραφή δεν μπορεί να συλλάβει όλο το «γίγνεσθαι», κάποιες πλευρές του μόνο μπορεί ν’ αποδώσει.
Αυτές που εξυπηρετούν την κοσμοθεωρία και την αισθητική του δημιουργού. Γι’ αυτό και γελούσα ανέκαθεν με μερικούς χαζούς που, απλοϊκά, ταυτίζονταν τόσο με ήρωες βιβλίων κι έλεγαν θυμωμένοι (συμβαίνει πάντα, μέχρι και στο φέισμπουκ αυτό): «A! Για μένα τόγραψες αυτό! Θα σε πάω στο δικαστήριο!»
Ο Τάκης Σπετσιώτης στα γυρίσματα  της ταινίας ''Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη'' 1991.


Παρατηρώ ότι στο έργο σας περνάτε από το εσωτερικό τοπίο, τον ψυχισμό, στο οποίο διαχέεται ένας ιδιότυπος ρομαντισμός, σε μια τοπιογραφία της πόλης των Αθηνών που κι αυτή δίνεται με μια νοσταλγική διάθεση, σχεδόν μπωντλεριανού ύφους, καθιστώντας την πόλη ισότιμο πρωταγωνιστή δίπλα στους ήρωές σας. Η Αθήνα ως πόλη πόσο σας καθόρισε; Θελήσατε ποτέ να την εγκαταλείψετε;
Πολύ σωστή η παρατήρησή σας που αναφέρει ότι συνδέεται το εσωτερικό τοπίο των ηρώων μου με το τοπίο της πόλεως των Αθηνών, ναι, με νοσταλγική διάθεση, όπως λέτε, μπωντλαιριανού ύφους. Είναι, βλέπετε, πλάνητες οι ήρωές μου. Ο δανδής ομοφυλόφιλος και χασισοπότης ποιητής του Μεσοπολέμου, ο τραβεστί νυχτόβιος συγγραφέας της δεκαετίας του ’70. Το τοπίο παύει να είναι απλά ντεκόρ, a natural setting. Γίνεται, μ’ έναν τρόπο εννοιολογικό, μέρος της δομής της ταινίας. Κοιτάζεται είτε από τη ματιά την δική μου, τα τοπία των Αθηνών που αγαπώ και όπου, από την εποχή των γυρισμάτων των ταινιών μου, κατοικώ συνειδητά –το Γκάζι, το Θησείο, τα Πετράλωνα. Είτε από τη ματιά του ήρωα της ταινίας, τον Λαπαθιώτη, που, τριγυρνώντας, κοιτάζει την Αθήνα και ως αρχιτεκτονική –τα κτήριά της, τους καφενέδες, τα μνημεία της‒, αλλά και ως ανθρωπολογικό περιεχόμενο, κυρίως μετά τη μικρασιατική καταστροφή που η πόλη είχε γεμίσει πρόσφυγες, ρεμπέτες κ.λπ. Ένας παλιός σκηνοθέτης, δεν ζει πια, ο Κώστας Σφήκας, όταν τούχα πει ότι ετοιμάζω μια ταινία για τον Λαπαθιώτη μούχε πει: «Ωραίο θέμα! Ο Λαπαθιώτης είναι όλος ο προπολεμικός κόσμος!» Κι αν έβαζα έναν επεξηγηματικό επίτιτλο κάτω απ’ τον τίτλο Μετέωρο και Σκιά, θα ήταν «Ο κόσμος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Αυτό ήθελα να δείξω. Τον αντικαθρεφτισμό της κοινωνίας πάνω στον ήρωα και αντίστροφα. Κι όχι να κάνω ένα σενάριο, μια σκηνοθεσία με μια συνήθη πλοκή, συγκρούσεις χαρακτήρων κ.λπ. Ακολούθησα μια δομή φιλοσοφική. Μαθαίνεις για τον Λαπαθιώτη απ’ τις μαρτυρίες και τις νεκρολογίες των συνομιλητών του. Όπως για τον Σωκράτη στο πλατωνικό Συμπόσιο μεσ’ απ’ τους λόγους του Αγάθωνα, του Αριστοφάνη κ.λπ. Στο βιβλίο Ταχτσής ‒ Δεν ντρέπομαι πάλι, περιγράφω χώρους της νυχτερινής περιπλάνησης του Ταχτσή, όπως η οδός Αθηνάς, η κεντρική αγορά κ.λπ., όπου τον είχα συναντήσει ο ίδιος. Ή περιοχές της παιδικής του ηλικίας. Στενά δρομάκια πίσω απ’ τον σταθμό Πελοποννήσου, ταπεινά σπίτια στο Μεταξουργείο που δεν υπάρχουν πιά. Ζω σαρανταπέντε χρόνια στην Αθήνα, είμαι και –αυτό που λένε‒ «παιδί της πόλης». Παρ’ όλο που δεν «ενσωματώθηκα» στην κοινωνική και κοσμική, κυρίως, ζωή της, εδώ έζησα, εδώ έκανα τις δουλειές μου. Γιατί να την εγκαταλείψω; Πού να πάω;
Μετέωρο και Σκιά'' 1985


Πώς θα ορίζατε τον λογοτεχνικό κανόνα; Υπάρχει γυναικεία λογοτεχνία, λογοτεχνία των gay, λαϊκή λογοτεχνία, παραλογοτεχνία, λογοτεχνία των εργατών ή δεν ξέρω τι άλλο ή όλα αυτά είναι δημιουργήματα της κυρίαρχης εξουσίας των Μ.Μ.Ε. και της κατασκευασμένης γλώσσας επικοινωνίας τους;
Υπάρχει Λογοτεχνία, πρωτίστως. Πάνω απ’ όλα. Αυτό ξέρω εγώ. Τώρα, όλες αυτές οι υποδιαιρέσεις είναι δημιουργήματα, ως ένα βαθμό, και μόδες. Εντάξει, κάποια χαρακτηριστικά ισχύουν. Όπως έλεγε κι ο αυτοκράτωρ Ναπολέων λ.χ., οι γυναίκες γράφουν ή διαβάζουν κυρίως μυθιστορήματα. Οι άντρες ιστορία. Μερικές φορές τα χαρακτηριστικά αυτά υπερβάλλουν, οι εξαιρέσεις μετρούν. Γράφουν τόσα μυθιστορήματα οι γυναίκες συγγραφείς, αλλά ένα Τρίτο στεφάνι λ.χ. με κύριες ηρωίδες δυο τόσο χαρακτηριστικές γυναίκες Ελληνίδες, τη Νίνα και την Εκάβη, από άντρα γράφτηκε. Ίσως γιατί ένας άντρας βλέπει τις γυναίκες από κάποια απόσταση.
Σκηνή από το ''Μετέωρο και Σκιά'' 1985


Πόσο αντέχει η ελληνική κοινωνία το διαφορετικό και ποιος είναι ο λόγος που στην Ελλάδα ανθούν τα κουτσομπολιά εις βάρος της δημιουργίας;
Είμαστε συντηρητική κοινωνία. Χωριό. Το σχολιάκι μας για κάτι διαφορετικό θα το κάνουμε, ακόμη κι οι πιο «καλλιεργημένοι». Κακοήθειες και μικρότητες δεν μ’ ενδιαφέρουν. Αλλά άνθρωποι επιπέδου δεν θέλω να λένε τίποτα χαμερπές για δημιουργούς επιπέδου.
Σκηνή από την ταινία ''Μετέωρο και Σκιά'' του Τ. Σπετσιώτη με τον Τάκη Μόσχο στον ρόλο του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη


Τι είδους «κρεβάτι» είναι η ελληνική κοινωνία για να κάνω λογοπαίγνιο με τον τίτλο του βιβλίου σας Το άλλο κρεβάτι;
Ο Έλληνας, παρότι φορέας του χριστιανισμού, παρέμεινε και λίγο ειδωλολάτρης. Και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι. Πρόθυμος, διαθέσιμος, αρκεί να μην ξέρει τίποτα ο γείτονας.
Σκηνή από το ''Εις το φως της ημέρας'' 1987


Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο λογοτεχνίας που αγαπήσατε;
Είχα διαβάσει πολύ, από παιδί. Κι εξακολουθώ να διαβάζω. Είμαι βιβλιόφιλος και συλλέκτης παλαιών βιβλίων, εκδόσεων τέχνης. Δεν τσιγγουνεύομαι χρήματα για βιβλία. Πολλά βιβλία έχω, κατά καιρούς, αγαπήσει. Το βιβλίο, ωστόσο, που με βοήθησε να βρω την προσωπική μου έκφραση στο γράψιμο, όταν ήμουν δεκαοχτώ χρονώ, ήταν η συλλογή διηγημάτων Τα ρέστα του Ταχτσή. Μιλούσε για ένα θέμα που με απασχολούσε εκείνη την εποχή, για πρώτη φορά, στα ελληνικά χρονικά: την σεξουαλικότητα των παιδιών και των εφήβων. Αποκαλυπτικός, βέβαια, ήταν ο τρόπος που μιλούσε: εν μέρει διηγούμενος, εν μέρει αυτοαναλυόμενος:
«Αχ, βρε μάνα! Έχουν περάσει –πόσα; Τριάντα χρόνια από τότε;» Και παρακάτω:
Σκηνή από τα ''Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη'' 

«Κάθε φορά που, για να γράψω κάτι, αντλώ από προσωπικές εμπειρίες, δε λέω ποτέ ολόκληρη την αλήθεια». Αυτό το μισο-αφηγηματικό, μισο-δοκιμιακό στυλ καθόρισε το είδος μου. Παράλληλα με τις μικρού μήκους μου, δημοσίευσα στα 1978 και το πρώτο μου, πιο ώριμο γραφτό, το διήγημα «Μια φιλία», σ’ ένα βραχύβιο περιοδικό ενός μόνο τεύχους, την Καμπύλη. Το αναφέρω γιατί συχνά σκέφτομαι ότι όλη μου την μετέπειτα κύρια πορεία περιγράφουν αυτές μου οι τρεις πρώτες νεανικές κινήσεις της εποχής 1976-1978. Δυο μικρού μήκους ταινιούλες –η δεύτερη κόπηκε απ’ τη λογοκρισία‒, κι ένα διήγημα, κρυφά δημοσιευμένο με τ’ αρχικά μου Τάκης Σπ. γιατί υπηρετούσα τότε τη θητεία μου στο ναυτικό ‒πού να μιλούσα απροκάλυπτα για παιδική σεξουαλικότητα; Πού τα έφτασα αυτά μου τα νεανικά εγχειρήματα στα επόμενα δημιουργικά μου χρόνια; Στις δύο πιο κύριες ταινίες μου Μετέωρο και Σκιά1985, Κοράκια 1991, και στο Δελτίον ταυτότητος 2003, ένα κομμένο απ’ το κέντρο κινηματογράφου σενάριο του 1995, παρότι χρηματοδοτημένο απ’ το European Script Fund, που εξέδωσε σε μυθιστόρημα η «Άγρα» το 2003 και –το κυριότερο‒ που βασιζόταν, εμπλουτισμένο και συμπληρωμένο, στο νεανικό μου αυτό «κρυφό» διήγημα του 1978. Τρεις εξαετίες απ’ τη ζωή μου, ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα μου δημιουργήματα που προηγήθηκαν και που ακολούθησαν.
Σκηνή από τα''Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη'' 



Ανασύρετε, πολλές φορές, και δημοσιεύετε στα ΚΜΔ ξεχασμένους ποιητές τους λεγόμενους ελάσσονες. Θα μπορούσε να βρει κάποιος μέσα στα ποιήματά τους μια Ελλάδα που πνίγηκε κάτω από το μπετόν και τη σκόνη της σύγχρονης ανάπτυξης. Εάν ξύσει κάποιος την πατίνα του χρόνου τι θα μπορούσε να βρει από κάτω;
Δεν είμαι εγώ πάντα που ανασύρω λησμονημένους ποιητές του Μεσοπολέμου στα ΚΜΔ, όπως λέτε. Έχουν γίνει σχετικά της μόδας τα τελευταία χρόνια, έννοια σου, και ανασύρονται από μόνοι τους, ανασύροντας παράλληλα κι εμένα που ασχολήθηκα απ’ τους πρώτους μ’ Εκείνους, επειδή προέβλεψα ότι ήταν συγχρόνου ενδιαφέροντος και η ποίησή τους και η στάση της ζωής τους. Η συγχωρεμένη Νανά Ησαΐα μού είπε κάποτε, το 1993: «Καταλαβαίνω το ενδιαφέρον σου για τον Λαπαθιώτη ή την Πολυδούρη. Μ’ αυτούς τους ποιητές ζεις, καθημερινά, περισσότερο…». Η Χριστίνα Ντουνιά μού ανέθεσε να μιλήσω για την ποίηση και την πεζογραφία της Πολυδούρη σε δύο τόμους, στην νέα έκδοση της «Εστίας», όπου έκανε την επιμέλεια κι έγραψε ενδιαφέροντα επίμετρα. Ο Τάσος Ψαρράς, επίσης. Μου παρήγγειλε ένα επεισόδιο για τον Λαπαθιώτη στην τηλεοπτική σειρά «Εποχές και συγγραφείς». Κι ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, στα λαϊκότερα τηλεοπτικά «Στέκια» του, αφιέρωσε ένα επεισόδιο στα «Φιλολογικά Καφενεία» του Μεσοπολέμου της Αθήνας και με κάλεσε να μιλήσω, ως σκηνοθέτης και μελετητής. Έχει αρχίσει να δίνεται το ειδικό βάρος που τού αξίζει στον Μεσοπόλεμο κι οι ποιητές του να μην αντιμετωπίζονται πλέον μόνον ως οι «παρακμίες», οι «παραστρατημένοι» και τα λοιπά κλισέ, αλλά ως ποιητές και αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι. Κι όλο αυτό δείχνει πόσο επίκαιροι παραμένουν και στην εποχή μας. Είναι κι η εποχή μας αντιηρωική, η ρευστότητα κι η αβεβαιότητα βασιλεύουν, ξεκινώντας από αυτή την δύσκολη κοινωνικοπολιτική και οικονομική περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Κάθε άλλο παρά για ηρωισμούς και παχιά λόγια στην Τέχνη, προσφέρεται η εποχή μας. Έτσι, οι ποιητές αυτοί, της χαμηλόφωνης αμφισβήτησης, κερδίζουν καθημερινά έδαφος συνεχώς.
Σκηνή από τα "Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη''  1991


Ποια ήταν η Πολυδούρη και γιατί ασχοληθήκατε μαζί της; Θα υπήρχε η Πολυδούρη εάν δεν υπήρχε ο Καρυωτάκης; Έρωτας ή θάνατος;Είχα διαβάσει τα Άπαντα της Πολυδούρη απ’ τα χρόνια του ’60, στην έκδοση της Λιλής Ζωγράφου απ’ την «Εστία». Θα επηρεάστηκε απ’ ό,τι μπορώ να υποθέσω κι απ’ τον φίλο της Καρυωτάκη η Μαρία, αλλά, δεν ήταν μόνον ο Καρυωτάκης που πολλοί τον θέλουν αρχηγό, τον ένα και μοναδικό. Ήταν ένα γενικότερο κλίμα κοινωνικο-αισθητικό που επηρέασε αυτούς τους ποιητές κι ο καθένας τους απέδωσε, στο έργο του, τις διάφορες αποχρώσεις του γενικότερου αυτού κλίματος, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του. Εγώ ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι στην ποιητική τεχνοτροπία η Πολυδούρη δεν επηρεάστηκε σχεδόν καθόλου απ’ τον Καρυωτάκη. Η ρομαντική θεματολογία της, του έρωτα και του θανάτου, δεν τής επέτρεψε ποτέ τη σάτιρα ή την ειρωνεία μέσα στην ποιητική γραφή της. Τη σάτιρα την κράτησε για την πεζογραφία της, το Ρομάντσο, που, αν και δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό της, είχε γραφτεί πριν από τις Σάτιρες που έκαναν διάσημο τον Καρυωτάκη. Αν θάλεγα ότι κάποιον απηχεί στις μουσικές Τρίλλιες της, αυτός είναι περισσότερο ο Σολωμός.
Σκηνή από τα ''Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη'' , 1991


Η Ελλάδα του 2016 θα μπορούσε να γίνει θέμα ταινίας;Δεν κάνω πια ταινίες εδώ και πολλά χρόνια και δεν αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε ν’ αποτελέσει θέμα σεναρίου. Ξέρω πάντως ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο, μ’ όλη αυτή την πληροφόρηση, την εικόνα να ξεχειλίζει από παντού σήμερα, απ’ τους υπολογιστές ως τα κινητά, να συλλάβει κανείς την όλο και πιο ρευστή καθημερινότητα και να της δώσει μορφή. Δεν είναι η επικαιρότητα που μετράει σε κανενός είδους σύνθεση, είναι η αλήθεια.
Σκηνή από την ταινία ''Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη'' του Τ. Σπετσιώτη, 1991


Πώς θα απαντούσατε στο ερώτημα πολιτισμός ή βαρβαρότητα το οποίο τίθεται ποικιλοτρόπως με διάφορες μορφές όπως μέσα στην Ευρώπη ή έξω από την Ευρώπη;Α! καλά! Αξεδιάλυτες έννοιες! Σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Άπειρες φορές επικαλούνται –και μάλιστα με υποκρισία‒ τον Πολιτισμό αληθινοί Βάρβαροι, από κάθε άποψη. Ενώ τόσοι «πολιτισμένοι» σε απόγνωση φωνάζουν: «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτή ήταν μια κάποια λύσις».
Σκηνή  απ' την ταινία Στην αναπαυτική μεριά 1981
Υπάρχει σήμερα ελληνικός κινηματογράφος;Πρέπει με ειλικρίνεια να ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Δεν ασχολούμαι με τον κινηματογράφο εδώ κι είκοσι-εικοσιπέντε χρόνια. Σπάνια πηγαίνω, ακόμη και στα θερινά. Το καλοκαίρι που μόλις πέρασε δεν πήγα ούτε μια φορά. Παρόλο που, ως σκηνοθέτης κινηματογράφου, δούλεψα δυο επταετίες, 1981-1995, με αυταπάρνηση και φιλότιμο, γρήγορα απομακρύνθηκα, στην αρχή πολύ πικραμένος. Κάποιοι απ’ το σινάφι με καλούν σε προβολές ταινιών τους, άλλοτε πηγαίνω, συχνότερα όχι. Τώρα που βλέπω το πράγμα από απόσταση, δίνω και μια εξήγηση που συμπεραίνει ότι, πιθανόν, και η ευρύτητα των ενδιαφερόντων μου ‒η λογοτεχνία, η έρευνα, η μελέτη, η δοκιμιογραφία‒ να μη με άφησαν να περιοριστώ στο δυσβάσταχτο –από τη μεριά της παραγωγής‒ έργο της σκηνοθεσίας κινηματογραφικών ταινιών –αυτό το «χτικιό». Γιατί εγώ αυτά τα λεγόμενα κάποιων δημιουργών ότι «ο κινηματογράφος είναι ένας τρόπος ζωής», δεν τα πολυκαταλαβαίνω. Η ζωή, ακόμη και με την απλή καθημερινότητα, είναι σπουδαία, απείρως μεγαλύτερη υπόθεση από μια ταινία, και, προσωπικά, δεν θα πεθάνω σε κανένα γύρισμα ταινίας ‒τέτοιος τρόπος ζωής να μου λείπει. Άλλωστε, απ’ τα νιάτα μου, όταν σπούδαζα, είδα τον κινηματογράφο αδιαχώριστο απ’ τη λογοτεχνία, το βιβλίο γενικότερα, αλλά και τις άλλες τέχνες, π.χ. τα εικαστικά. Δεν υπήρχε οργανωμένη κινηματογραφική βιομηχανία στην Ελλάδα, κάποιοι Ευρωπαίοι, τελευταίοι δημιουργοί, έπνεαν τα λοίσθια. Έμαθα πράγματα περισσότερο από καλλιτέχνες και διανοούμενους που προσέγγιζαν παράλληλα καιτον κινηματογράφο από άλλους δρόμους, συνέτεινε, βλέπεις, και το θέμα της παραγωγής. Αφού λοιπόν δεν είχα πίσω μου ‒και κατά τα φαινόμενα‒ δεν θα είχα ποτέ την Μέτρο Γκόλντουιν Μάγερ για να παράξει τις ταινίες μου, στρεφόμουν να δω τι κατόρθωναν σκηνοθέτες που έκαναν ταινίες περισσότερο με το «πνεύμα» –ας το πω έτσι‒ παρά με το χρήμα. Μια συγγραφέας και σεναριογράφος, η Ντυράς, και το γοητευτικό Ιndia Song της. Ένα εικαστικό ντουέτο, οι Gilbert and George, που στη δεκαετία του 70 τύπωναν ιδιαιτέρως καλλιτεχνικά βιβλία με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους μέσα και δίπλα τα λυρικά τους κείμενα, κι όλο αυτό έγινε και «ζωντανό» μετά, με εικόνες και λόγο και μουσική, καταλήγοντας σε μια ταινία τους, ιδιότυπο ντοκιμαντερ της ζωής τους και της Αγγλίας επί Θάτσερ κ.λπ. Συμπέρασμα; Για μένα, από μόνος του, στη σημερινή, κρίσιμη οικονομικά εποχή, ο κινηματογράφος δεν αρκεί. Έτσι, θα πάω και σε μια ημερίδα να μιλήσω π.χ. για έναν ποιητή που τη ζωή του έκανα, πιτσιρικάς, ταινία –ελπίζω, όχι ανεγκέφαλα, αλλά με κάποιο βάθος. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Καλούμαι κι επειδή συνέγραψα γι’ αυτόν, αργότερα, μια μελέτη. Έκανα ταινία το διήγημα του Ροΐδη το «Παράπονο του νεκροθάφτη» με τίτλο Κοράκιατο 1991, μού παραγγέλουν και μια σκηνοθεσία το 1999 για το θέατρο, της Ψυχολογίας Συριανού συζύγου. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, θα πεταχτώ κι ως τη Βιέννη, στη Βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής σχολής όπου προβάλλουν την τηλεταινία μου Εις το φως της ημέραςπάνω στο μοναδικό διήγημα του Καβάφη, τριάντα χρόνια μετά το γύρισμά της. Και πάει λέγοντας, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Τώρα, μετά από όλη αυτή την τριβή, αν με καλέσουν να μιλήσω και για την Πολυδούρη, που δεν έκανα ο ίδιος ούτε ταινία, ούτε θέατρο, ούτε σήριαλ αλλά κάποιοι άλλοι, γιατί να μην πάω, αν η παρέα είναι καλή ‒εκεί θα κολλήσουμε; Έτσι λοιπόν τον καταλαβαίνω εγώ πια τον κινηματογράφο. Σαν μέρος κι αυτόν, της όλης ελληνικής και όχι μόνο, κουλτούρας και ζωής. Όχι σαν προβληματική οικονομικά επιχείρηση ή ειδίκευση, και περιορισμό. Εξαθλίωση της οντότητας του δημιουργού προκειμένου να πάρει τα φράγκα απ’ τον παραγωγό. Και πώς να το κάνουμε; Οι κριτικές για τις ταινίες σου που, ξαφνικά, δέχεσαι τριάντα χρόνια μετά από πανεπιστημιακούς του εξωτερικού ή της Ελλάδας που δεν γνωρίζεις, και που σε βρίσκουν ακόμη και μέσω μέιλ ή φεισμπουκ, είναι απείρως ανώτερες, και μερικές φορές brilliant, από τις κριτικές- ρεπορτάζ πούχαν γράψει πρόχειρα οι ειδικευμένοι στο σινεμά ‒υποτίθεται‒ κριτικοί των εφημερίδων και που έκτοτε δεν ξαναασχολήθηκαν.
Απόκομμα από την γερμανική εφημερίδα ''Χάντελμπλαστ'' (άνοιξη 1978) για την ταινία ''Καλλονή'' 1977 του Τάκη Σπετσιώτη, μετά από προβολή της σε διεθνές αντεργκράουντ φεστιβάλ

Ποιο βιβλίο θα χαρίζατε σε έναν άνθρωπο που αγαπάτε και ποιο σε έναν άνθρωπο που αντιπαθείτε;Θα πρόσφερα και στους δύο ένα βιβλίο που αγαπώ εγώ. Και θα τους εξηγούσα γιατί το αγάπησα.[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τις φωτογραφίες από τις ταινίες του παραχώρησε ο σκηνοθέτης στην κ. Χρυσίνα.]
Σκηνή από τα ''Κοράκια ή το Παράπονο του Νεκροθάφτη'' 

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΠΡΟΣΩΠΑ- ΛΟΥΚΙΑ ΔΕΡΒΗ

Το cantus firmus φιλοξενεί την πεζογράφο Λουκία Δέρβη. Στα διηγήματά της η μνήμη διατρέχει την ιστορία σαν ένας άλλος ήρωας και παγιδεύει τον χρόνο στο παρόν μέσα από λέξεις. Στην συνομιλία με την Νότα Χρυσίνα λέει χαρακτηριστικά "Μνήμη είναι επίσης χρώμα με το οποίο «ντύνω» τις διαθέσεις των ηρώων μου" .



Κυρία Δέρβη πότε ξεκινήσατε να γράφετε; Υπήρξε κάποιο γεγονός που πυροδότησε την ενασχόλησή σας με την γραφή;
Στα 28 μου χρόνια, ο θάνατος του αδερφού μου μού ανέτρεψε τη ζωή, τα πράγματα που θεωρούσα δεδομένα και με έκανε να ιεραρχήσω διαφορετικά τις προτεραιότητές μου.  Σαν να συρρικνώθηκε ο χρόνος στα απολύτως απαραίτητα.  Ο θάνατος ενός αδερφού είναι ένα τραυματικό γεγονός σε όποια ηλικία κι αν μας βρίσκει, είναι σαν να χάνεις ένα μέλος του σώματός σου, σαν ξεριζωμός και σαν απώλεια των βασικών και απολύτως απαραίτητων σημείων αναφοράς.  Είχα ήδη στραφεί στη λογοτεχνία όπου είχα βρει καταφύγιο και συν τω χρόνω πήρα τη γενναία (ίσως και λίγο επιπόλαιη θα προσθέσω τώρα) απόφαση να παρατήσω την καριέρα μου και να ασχοληθώ αποκλειστικά με τη γραφή.  Για μένα τόσο τότε όσο και τώρα η συγγραφή αποτελεί ένα μοίρασμα σκέψεων, μια συνεισφορά στους άλλους, μια ματιά εκτός του εαυτού μου και παράλληλα μια βαθιά βουτιά στα μύχια της ψυχής μου και ένα μαγικό ραβδί με τον οποίο μπορώ για λίγο ν’αλλάξω τον κόσμο.
Ξεκίνησα να γράφω το 2000 και το 2004 είχα τη χαρά να εκδώσω στο Μελάνι την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου, τον «Κακό χαρακτήρα».
Η συνεργασία μου εδώ και δώδεκα χρόνια με την κυρία Πόπη Γκανά είναι άριστη σε όλα τα επίπεδα, την εκτιμώ και την ευγνωμονώ που μου έδωσε το πρώτο μου βήμα.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς Έλληνες και ξένοι; Έχετε επηρεαστεί από κάποιον;
Oι Έλληνες συγγραφείς που εκτιμώ και διαβάζω είναι αρκετοί.  Από τους σύγχρονους: ο Αλέξης Πανσέληνος, ο Δημήτρης Σωτάκης, ο Γιώργος Συμπάρδης, η Ζυράννα Ζατέλη, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Σωτήρης Δημητρίου, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Γιάννης Μακριδάκης, ο Μένης Κουμανταρέας.   Από τους παλαιότερους: ο Γιώργος Βιζυηνός, o Στρατής Δούκας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Δημήτρης Χατζής, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Νίκος Καζαντζάκης.  Όσο για τους ξένους συγγραφείς που αγαπάω θα συνοψίσω λέγοντας ότι θα μπορούσα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου διαβάζοντας ξανά και ξανά Γαλλική και Ρώσικη λογοτεχνία του 19ου αιώνα.  Ό,τι διαβάζουμε μας επηρεάζει στη γραφή μας είτε αυτό γίνεται συνειδητά είτε όχι.  Πιστεύω όμως ότι έχω κερδίσει το στοίχημα του προσωπικού ύφους.

Στα διηγήματά σας αναφέρεστε σε ιστορικά θέματα.  Πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει αναφορά σε ιστορικό πλαίσιο στην πεζογραφία;
Εξαρτάται απόλυτα από το είδος της πεζογραφίας που υπηρετεί κανείς.  Υπάρχουν πεζογράφοι όπως ο Πεντζίκης, ο Σκαρίμπας και ο Καχτίτσης που δεν εντάσσουν τις ιστορίες τους σε κάποιο ιστορικό περιβάλλον.  Εξαρτάται επίσης από την θεματολογία.

Τι είναι για εσάς μνήμη;
Μνήμη για μένα είναι μια πηγή.  Πηγή από την οποία αντλώ θέματα, χαρακτήρες κι εικόνες.  Μνήμη είναι επίσης χρώμα με το οποίο «ντύνω» τις διαθέσεις των ηρώων μου.  Μπορεί να’ναι κι ένα σημείο αναφοράς προς το οποίο οδεύω μέσα από τα κείμενά μου προσπαθώντας να το ξαναζωντανέψω.

Στα διηγήματά σας είναι φανερό ότι σας απασχολούν έντονα τα κοινωνικά προβλήματα και υπάρχει μια ιδιαίτερη ευαισθητοποίηση προς τον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του. Πιστεύετε πως μία πεζογράφος οφείλει να κάνει πιστή αναπαράσταση της εποχής της ή τα κοινωνικά προβλήματα διεισδύουν με κάποιο ασυνείδητο τρόπο στην πεζογραφία;
Ακόμα κι όταν αρνείσαι την πραγματικότητα που σε περιβάλλει, αυτή κατά βάθος επηρεάζει τα γραπτά σου.  Οπότε θα πω ότι τα σύγχρονα προβλήματα διεισδύουν στη λογοτεχνία συνειδητά ή ασυνείδητα.

 Έχετε σπουδάσει ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και έχετε ζήσει στο εξωτερικό. Πως επηρεάζει ο τόπος τον χαρακτήρα ενός λαού;
Πέρα από τα κοινά σημεία που έχουν οι άνθρωποι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου υπάρχουν κι αυτές οι διαφορές, οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα, της διάθεσης και του ταμπεραμέντου του καθενός λαού που βγαίνουν και στην Τέχνη του και προσδίνουν τον ιδιαίτερο τοπικό χαρακτήρα που έχει.

Έχοντας ζήσει στο εξωτερικό πιστεύετε πως ένας μετανάστης ή πρόσφυγας μπορεί να αποκτήσει μία νέα πατρίδα και να βρει δυο πατρίδες ή είσαι “ο ξένος” παντού;
Ξέρουμε περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι ενσωματώθηκαν απόλυτα στις καινούργιες πατρίδες τους και περιπτώσεις που αυτό δεν κατέστη δυνατό αλλά φαίνεται πως κατά βάθος παραμένει ένας αόρατος δεσμός με το έδαφος του τόπου της καταγωγής σου για πάντα.

Στο βιβλίο σας “Group Therapy” αναφέρεστε στην ψυχανάλυση ως μέσο αυτογνωσίας. Πιστεύετε πως η λογοτεχνία μπορεί να υποκαταστήσει την ψυχανάλυση μέσα από έναν διδακτικό ρόλο ή πρέπει να περιοριστεί στην τέρψη του αναγνώστη μέσα από την γραφή;
Η τέρψη συνήθως έχει και θεραπευτική λειτουργία – ακόμα και διδακτική.  Αλλά ενώ η Τέχνη μπορεί σίγουρα να βοηθήσει πολύ στην αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας, οι σοβαρές περιπτώσεις διαταραχών χρειάζονται οπωσδήποτε μια εξειδικευμένη ψυχιατρική προσέγγιση.  Η ψυχιατρική όπως πολλοί κλάδοι της Ιατρικής είναι ένας χώρος όπου πρέπει να κινηθεί κανείς πολύ προσεκτικά γιατί συμβαίνει να ασκείται από κάποια πρόσωπα που ενδιαφέρονται περισσότερο για το χρήμα παρά για τη θεραπεία των ασθενών τους.

Ποια η γνώμη σας για την ελληνική πεζογραφία την εποχή του Διαδικτύου. Βοηθάει το Διαδίκτυο μία νέα συγγραφέα να επικοινωνήσει με περισσότερους αναγνώστες;
Φυσικά.  Το Διαδίκτυο μας φέρνει κοντά, με ανθρώπους που δεν θα γνωρίζαμε σε διαφορετικές περιστάσεις.  Είναι ένα πολύ δυνατό εργαλείο κοινωνικής δικτύωσης και πηγή πληροφόρησης για χιλιάδες ενδιαφέροντα και χρήσιμα θέματα.

Θα θέλατε να μεταφραστούν τα βιβλία σας και τι νομίζετε ότι μπορεί να γίνει ώστε να υπάρξει ενδιαφέρον για την ελληνική πεζογραφία στο εξωτερικό; Θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ως χώρα σε ένα διεθνές βραβείο στην πεζογραφία;
Θα μ’άρεσε να μεταφραστούν σε ξένες γλώσσες τα βιβλία μου και είμαι σίγουρη ότι διαθέτουμε πολλούς καλούς έλληνες πεζογράφους σήμερα που μπορούν επάξια να συναγωνιστούν τους ξένους που διαβάζουμε μεταφρασμένους.


Η Λουκία Δέρβη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972.
Σπούδασε στην Ελβετία Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2015)Αλλού, στο πουθενά, Μελάνι
(2013)Group Therapy, Μελάνι
(2009)Ομπρέλες στον ουρανό, Μελάνι
(2004)Κακός χαρακτήρας, Μελάνι
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2005)Συνταξιδιώτες, Fnac

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΩΚΟΣ


O Ζαχαρίας Σώκος, γνωστός από την τηλεόραση και τις πολύ αξιόλογες συνεντεύξεις του με πρόσωπα του πολιτισμού, εμφανίζεται στα γράμματα με την ποιητική συλλογή "Άλλα ρούχα" και βάζει το δικό του στίγμα. Ο ίδιος έχει περάσει σε μια νέα φάση της ζωής του περισσότερο ολοκληρωμένη και φιλοσοφημένη όπου, χωρίς να αρνείται το παρελθόν του, θέλει να επικοινωνήσει κυρίως μέσα από την γραφή. "Όχι μόνο η ποίηση αλλά κάθε ενέργεια του ανθρώπου αντλεί τη γνώση και την εμπειρία από το παρελθόν αφού το μέλλον στην ουσία δεν υφίσταται. " λέει στην συνέντευξη που παραχώρησε στο cantus firmus.



 ΣΤΗ   ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ

Ήταν  μεσάνυχτα  και  μετά, σκοτάδι  αλλόκοτο ,κι  η  θεία  αυγή  αργούσε  ακόμα. Άρρωστη  άπνοια  έγλειφε , σαν  χορτασμένος  σκύλος , τις  ώρες  που  μηρυκάζουν  σκέψεις. Ξάφνου  αεράκι  απόκοσμο  ανασήκωσε  το  φόρεμα  της  μνήμης  και  ένα  ρίγος , ίδιο με  την  ανατριχίλα  στις  απότομες  κατηφοριές  των  βαγονιών  στο  λούνα παρκ ,   ξάμωσε  στο  κορμί  μου.
Ταξίδια  νύχτας  ξεπέζεψαν , γεύση  αόρατης  παρουσίας.

       Πού  πάτε  περασμένα  μεσάνυχτα  παιδιά
        Η  νύχτα  είναι  κόκκινη  μα  οι  χάρες  της  ασπρίσαν
        Κι  έχω  μεγαλώσει  πια  και  δεν  αντέχω  τα  ξενύχτια
Πάμε  μου  γνέφει  ο  Κωστής
Έλα  μου  κάνει  ο  Τάσος
Κι  ακολουθώ
        Σταυροκοπιούνται  οι  οδηγοί
        Ριγούν  οι  φανοστάτες
Γυρνώ
Κι  είμαστε  λέει  στη  Μεσογείων
Πλημμύρα  μαύρο  γάλα
Κι   άλικο  έπεφτε  χιόνι     
         Βλέπω  τον  Κώστα  άλουστο
          Τον  Τάσο  δίχως  δόντια
          Και  μέσα  στα  χεράκια  τους
          Η  αργυρή  τους  κόμη
          Περνά  και  η  μανούλα  μου
          Και  δε  με  αναγνωρίζει

Τα πρώτα σας ποιήματα είναι ένας διάλογος με τους  γονείς σας.  Είναι η ποίηση μια βουτιά στο ατομικό παρελθόν μας; Χρειάζεται να ξαναδούμε τη ζωή με τα παιδικά μας μάτια;
Τα πρώτα ποιήματα σχετίζονται με τη μητέρα  και τον πατέρα  γιατί οι σχέσεις με αυτά τα πρόσωπα είναι μοναδικές και καθοριστικές, για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και όχι με τη διάθεση της οφειλής. Θέλουμε δεν θέλουμε, τα πρόσωπα αυτά, είναι σημεία αναφοράς σε κάθε αναστοχασμό στο παρελθόν, ιδιαίτερα αφού, πλέον, μόνο με τη μνήμη μπορείς να τα προσεγγίζεις  και δεν έχω κανένα λόγο να αρνούμαι τη σημασία τους στη ζωή μου, έστω και αν αυτό φαντάζει  κοινότυπο. Φοβάμαι ότι στην τανυσμένη  προσπάθεια διαφορετικότητας στο όνομα της νεωτερικότητας, της  μετανεωτερικότητας  και όποιου –ισμού, και προκειμένου να αποφύγουμε τέτοια ‘’στίγματα’’, όπως η παραδοσιακή ιεράρχηση των προσώπων που καθόρισαν την ύπαρξή μας οδηγούμαστε σε τραγελαφικές  συγχύσεις  που για να τις ξεδιαλύνουν αναλαμβάνουν οι περί των νοσημάτων  της ψυχής ασχολούμενοι. Από τέτοιες καταστάσεις έχει γεμίσει η κοινωνία μας πλέον…
  Όχι μόνο η ποίηση αλλά κάθε ενέργεια του ανθρώπου αντλεί τη γνώση  και την εμπειρία από το παρελθόν αφού το μέλλον στην ουσία δεν υφίσταται. Μόνο παρόν υπάρχει που την ίδια στιγμή γίνεται παρελθόν, το μέλλον ποιος το γνωρίζει...;
    Νομίζω ότι είναι και λίγο αυταπάτη να λέμε να δούμε τη ζωή με τα μάτια του παιδιού, γιατί τα παιδικά μάτια δεν υπάρχουν πλέον, ανήκουν στη μνήμη και η μνήμη είναι ο πιο δόλιος οδηγός. Τα μάτια μου είναι αυτά που βλέπω τώρα. Βέβαια λέγεται ότι η πραγματική πατρίδα είναι η παιδική ηλικία, η εποχή της αθωότητας, όμως τότε ήταν και η εποχή της άγνοιας και των μεγάλων φόβων. Άλλωστε η λέξη νήπιο προέρχεται από το νή- έπος ήτοι το άλαλο… ίσως και λόγω της αλαλίας μια ακατέργαστης αθωότητας..Λίγο μπερδεύονται τα πράγματα δε νομίζετε… μεγάλες οι συγχύσεις στο νεωτερικό άνθρωπο, άρα μεγάλες και οι προκλήσεις…

Πολλά ποιήματά σας είναι αφιερωμένα σε φίλους σας : τον Κωστή Παπαγιώργη, τον Σταύρο Χατζηθεοδώρου, τον Γιώργο Μαρκόπουλο, τον Βασίλη Πασάικα κ.ά. Είναι η φιλία μνήμη;
   Οι φίλοι είναι  συνδεδεμένοι με την ίδια μας τη ζωή. Είναι πρόσωπα οικία και αγαπητά. Αν η ευτυχία υπάρχει ,με την έννοια της καλής τύχης ,τότε ευτυχία είναι να έχεις και καλούς φίλους. Τι ωραία η αίσθηση όταν πας να συναντήσεις έναν καλό φίλο… Βέβαια επειδή στις φιλίες υπάρχει και ένα ορατό ή αόρατο και συνήθως υποσυνείδητο  στοιχείο ερωτισμού και οι φιλίες υπόκεινται στον αντίστοιχο κανόνα. Αυτό σημαίνει ότι κάποτε παραμονεύει και η ματαίωση των προσδοκιών αλλά και ο ανταγωνισμός που οδηγεί ακόμα και στη ζηλοφθονία κ.α… Μεγάλα θέματα μπερδεμένα και πονεμένα...Όμως σε κάθε περίπτωση, ακόμα και του τραύματος, οι φίλοι είναι ευλογία. Αυτή η συλλογή είναι και ένα είδος μοιρολογιού, θρήνου και μνημόσυνου σε αγαπημένους φίλους όπως  ο Κωστής Παπαγιώργης  και ο συμμαθητής μου Τάσος Ρειζόπουλος  που "έφυγαν" την ίδια εβδομάδα παίρνοντας μαζί τους και ένα κομμάτι απ’ τη ζωή μου… Στο ποίημα "Στη Μεσογείων" εμπεριέχονται αλλά και σε άλλα ποιήματα.

Στο ποίημά σας «ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ» γράφετε «κρεμαστών ρολογιών άηχος κούκος οι    μνήμες…». Οι μνήμες και η ανάκλησή τους  μπορούν να ανανοηματοδοτούν την σχέση μας με τον χρόνο με τρόπο ώστε να μας θυμίζουν πόσο πολύτιμος είναι αλλά και πόσο γρήγορα χάνεται μέσα σε μια αδυσώπητη καθημερινότητα;
Στο ποίημα "Οι μνήμες" όπου γράφω "κρεμαστών ρολογιών άηχος κούκος οι μνήμες" εννοώ ότι, συνήθως ή μάλλον πάντα, οι μνήμες δεν ρωτούν για να σε επισκεφθούν. Αν δε δεχτούμε το φροϋδικό  ότι  διάρκεια έχουν οι ένοχες και ανικανοποίητες καταστάσεις τότε ότι εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία μπορεί να ξεβγαίνει στη μνήμη οποτεδήποτε, σαν τον κούκο των κρεμαστών ρολογιών που ξαφνικά πετάγεται  σου κάνει κου-κου και ξανά στην τρύπα του, τη  μνήμη… Για αυτό πιο κάτω στο ποίημα γράφω για το "αίθριο των εκκρεμοτήτων". Οι εκκρεμότητες είναι καταστάσεις ενοχής και ανικανοποίητου… Και στα όνειρα, υποτίθεται, ότι κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα, απλώς αγνοείται ο σκηνοθέτης τους.

Μπορούμε να αθανατίσουμε τον χρόνο και τη ζωή  μέσα από τις λέξεις ή οι λέξεις είναι «ανάπηρες» όπως γράφετε στο ποίημά σας «ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ» «το τι ποθώ δεν λέτε, το τι θωρώ δεν γράφετε κι ό,τι μιλώ ξεχνιέται.»;
    Εδώ έχουμε ένα από τα σημαντικότερα θέματα. Η παροιμία αναφέρει: "λέει ψέματα σαν αυτόπτης μάρτυρας". Οι λέξεις ποτέ δεν μπορούν να αποδώσουν τις άπειρες όψεις  των  όσων βλέπουμε, των αισθητών δηλαδή. Είναι ανάπηρες λοιπόν αφού αδυνατούν ,σε κάθε περίπτωση, να αποτυπώσουν το αισθητό κι ακόμα το τι πραγματικά νοιώθουμε. Και βέβαια τα λόγια είναι φτερωτά "έπεα πτερόεντα". Αναφορικά με το χρόνο. Με απασχολεί πολύ είναι αλήθεια η έννοια του χρόνου, του χώρου και του χάρου, τα τρία χι δηλαδή, που μάλλον είναι άγνωστα Χ. Η εξίσωση είναι άλυτη. Εγώ δεν έχω τις απαντήσεις κι ούτε σε λυσάρια τις βρήκα, εκτός κι αν είναι σωτηριολογικά. Υπάρχουν προσεγγίσεις από μεγάλους διανοητές, αλλά που να πάρει είναι πολλές και δυσκολεύομαι ποια να διαλέξω. Η καλύτερη είναι να αξιωνόμουν  να αποδεχτώ  και να υιοθετήσω κάποιο λυσάρι, αλλά αυτό είναι όπως θα το πω  "να αξιωθώ να πιστέψω"… Ως τότε, φέξε μου και γλίστρησα… Πάραυτα, είμαι περίπου σίγουρος ότι ο έρωτας ακυρώνει το θάνατο, αλλά- τι κρίμα- πρόκειται για στιγμιαία κατάκτηση..!Τι να πω για τόσο μεγάλα θέματα, έτσι τα νοιώθω έτσι τα λέω και σίγουρα είναι ζητήματα για πάρα πολλούς τόμους, πολλοί μάλιστα είναι ήδη γραμμένοι..!

Η ποιητική σας συλλογή είναι χωρισμένη σε τρία μέρη με τους εξής τίτλους: «Ανοιχτά συρτάρια», «Ταΐστρες» και «Το δέμα». Τι αντιπροσωπεύει κάθε τίτλος για εσάς;
Ναι, η ενότητα "ανοιχτά συρτάρια" υποδηλώνει ότι άνοιξα τα συρτάρια μου και παρουσίασα, δημόσια, τα ποιηματάκια μου. Είναι δεδομένο, για όσους με γνώριζαν, ότι η ποίηση ήταν για μένα κάτι αγαπητό από την εφηβική ηλικία ακόμα. Τώρα γιατί άργησα, να ανοίξω τα συρτάρια μου ,είναι ένα άλλο θέμα. Με την ενότητα "ταΐστρες" υπονοώ τις μεγάλες δεξαμενές της συλλογικής μας ύπαρξης που είναι ο Όμηρος, ιδιαίτερα η Ιλιάδα και το δημοτικό τραγούδι. Ταΐστρες  είναι τα σκεύη- χώροι όπου τοποθετούνται οι τροφές των ζώων. Όμηρος λοιπόν και ο λόγος των δημοτικών τραγουδιών οι μεγάλες  ταΐστρες των Ελλήνων. Η ενότητα "το δέμα" εμπεριέχει ποιήματα παλιότερα Μάλιστα το ποίημα "το δέμα" είχε αναδειχτεί πρώτο σε πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό, το αναφέρω στις σημειώσεις στο τέλος της συλλογής.

Στα ποιήματά σας κάνετε πολλές αναφορές σε δημοτικά τραγούδια. Ποια η σχέση σας με την παράδοση; Πιστεύετε πως η γλώσσα διατηρήθηκε ζωντανή μέσα από τη συλλογική μνήμη;
Τα δημοτικά τραγούδια παραμένουν ένας εξαίρετος θησαυρός και μια ανεκτίμητη δεξαμενή που σαφέστατα διατήρησαν τη συλλογική μνήμη και το λαϊκό αίσθημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που ο ελληνικός πολιτισμός βρίσκονταν σε αμυντική στάση. Δεν έχω ουσιαστική βιωματική σχέση με την παράδοση καθότι, στην ουσία, είμαι παιδί της πόλης. Απλώς την προσεγγίζω χωρίς συμπλέγματα, μάλλον γιατί όπως είπα δεν έχω βιωματική σχέση, και με συγκινεί βαθύτατα. Το είπα και πριν, είναι μία από τις κύριες τροφούς ή ταΐστρες των Ελλήνων. Για να ορίσουμε το που πάμε πρέπει να γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε. Οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας διαμορφώθηκαν και καθορίστηκαν  από το δημοτικό τραγούδι και ακόμα εκφράστηκαν με αυτό, κι ακόμα η παράδοση του Βυζαντίου ,που ενώ σκοντάφτουμε καθημερινά πάνω της σε ένα βαθμό την αγνοούμε ή την αρνούμαστε. Πολλές οι σχιζοειδής καταστάσεις στο είναι των σημερινών Νεοελλήνων, πάλι για πολλούς τόμους… Πιστεύω ότι ο συλλογικός μας ψυχισμός "ακουμπάει" περισσότερο στην Ανατολή  παρά στη Δύση. Δεν μου αρέσει να είμαι δογματικός σε κανένα θέμα. Όμως η άρνηση, για παράδειγμα, της παρηγορητικής ,τουλάχιστον, αξίας της "εξοδίου ακολουθίας" της ορθόδοξης παράδοσης και η αντικατάστασή της με ορθολογικές επιλογές που προέρχονται από ιδεοληψίες ή μη αναχωνευμένο μιμητισμό με προβληματίζει. Ότι παραλάβαμε- ως συλλογικό σώμα – πρέπει με γνώση, σύνεση και σοφία και όχι αστόχαστη βιασύνη να το διαχειριστούμε…

Τι είναι για εσάς η γλώσσα;
    Η γλώσσα είναι τα πάντα, αφοριστικό αυτό αλλά έτσι νοιώθω… Και τι ευλογία, μάλλον αναξιοποίητη, να μιλάμε αυτή τη μαγική γλώσσα και να πατάμε τα ίδια ακριβώς χώματα που περπάτησε ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και άλλοι γίγαντες της σκέψης… Ο Κ. Παπαγιώργης είχε πει ότι είναι σκάνδαλο της ιστορίας  αυτός ο τεράστιος πολιτισμός έφτασε σήμερα να εκφράζεται  από αυτόν τον οχληρό βαλκάνιο λαό και αυτό το κρατικό μόρφωμα – έτσι το είπε – που λέγεται σημερινή Ελλάδα… Πάλι πολλοί τόμοι, πολλά ερωτηματικά, και πολύ δουλειά για τις ερχόμενες γενιές. Η γλώσσα πάντως η ελληνική είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του πολιτισμού του ανθρώπου και θα έχει καθοριστική συμμετοχή σε ότι θετικό πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, όπως είχε και μέχρι τώρα…

Με τα ποιήματά σας θέτετε προβλήματα που αφορούν την ανθρωπότητα όπως ο χρόνος, η πατρίδα, οι ανθρώπινες επιθυμίες και οι διαψεύσεις τους. Θα χαρακτηρίζατε την ποίησή σας υπαρξιακή;
    Αν υπαρξιακή  ποίηση εννοούμε την ποίηση που δίνει πρωτεύουσα σημασία στα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης τότε ναι είναι… Σίγουρα πάντως δεν είναι μια ποίηση μόνο πολιτική, αλλά με τον τρόπο της την εμπεριέχει  ή μια ποίηση που να στηρίζεται μόνο στη μυθολογία ή την ιστορία αλλά ενίοτε εμπνέεται από πρόσωπα του μύθου ή της ιστορίας… Νομίζω ότι κοινός τόπος είναι οι αγωνίες του ανθρώπου απέναντι στα διαχρονικά  ζητήματα που αφορούν την ύπαρξή του και βεβαίως ο έρωτας και η θνητότητα. Αναφορικά με την τρέχουσα πολιτική, ελπίζω και φοβάμαι ότι μετά 100 χρόνια οι Έλληνες θα αναστοχάζονται ότι συμβαίνει σήμερα και θα κλαίνε και θα γελάνε… Φοβάμαι επίσης με ότι βλέπω να έρχεται και ανησυχώ πολύ. Ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο όπου δεν ορίζεται από πού ακριβώς έρχεται η απειλή, την αισθανόμαστε όμως, και  ποιος είναι ακριβώς  ο εχθρός… Είναι σαν τον παπά, παπάς εδώ, παπάς εκεί, πού είναι ο παπάς..; Υπάρχουν παπατζήδες μάλλον πίσω από τους πολιτικούς και ο κόσμος έχει τρελαθεί… Μπορεί ο εχθρός να κρύβεται και μέσα μας… Πολλά σκέφτομαι… Αλλά να ξέρουν όλοι "…ο θάνατος ο πούστης αυτός ο χαμερπής…" παραμονεύει…  Αυτό είναι από ποίημα μου χα χα χα…

Στο ποίημά σας « Ω ΕΛΠΗΝΟΡΑ» συνομιλείτε με πολλούς ποιητές που εμπνεύστηκαν από αυτό το ομηρικό πρόσωπο όπως ο Σεφέρης, ο Μακλίς, ο Έζρα Πάουντ, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάκης Σινόπουλος κ.ά. Τι είναι για εσάς ο Ελπήνορας;
     Ναι γνωρίζω ότι ο Ελπήνορας αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για όλους αυτούς τους σπουδαίους ποιητές. Ένας αντιήρωας δηλαδή- γιατί τέτοιο πρόσωπο ήταν ο Ελπήνορας- ερέθισε πολλούς. Εμένα με ερέθισε το γιατί όλοι αυτοί ασχολήθηκαν με έναν αντιήρωα  του Ομήρου.  Και βέβαια η συγκλονιστική συνάντηση του πεθαμένου Ελπήνορα με τον καπετάνιο του Οδυσσέα όταν αυτός  πήγε στον κάτω κόσμο για να ρωτήσει τον μάντη αν θα γυρίσει στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας δεν γνώριζε ότι  ο ναύτης του Ελπήνωρ είχε σκοτωθεί. Το συγκλονιστικό όμως είναι ο διάλογος  που έγινε μεταξύ τους. Ο νεκρός Ελπήνορας ρωτάει τον ζωντανό επισκέπτη: "Οδυσσέα άκλαυτος κι αμνημόνευτος τι θες στον κάτω κόσμο;" Δηλαδή  αναγνώρισε ότι δεν είχε πεθάνει γιατί δεν είδε σ’ αυτόν την φροντίδα(= κηδεία )που γίνονταν από τους ζωντανούς σε όσους αποχαιρετούσαν. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό συγκλονίστηκα, αλλά και κατάλαβα την απαράμιλλη  στάση του ελληνικού πολιτισμού απέναντι στους νεκρούς… Κι ακόμα με ερέθισε το όμορφο όνομά του. Ελπήνορας, τι ωραίο όνομα...και τότε έμαθα ότι ήταν ένας αφελής σύντροφος του Οδυσσέα που τα ήπιε και ανέβηκε μεθυσμένος σε ένα περιστύλιο από όπου έπεσε, σκοτώθηκε και δεν το πήρε πρέφα κανείς…!

Κύριε Σώκο, είστε επιτυχημένος δημοσιογράφος με εκπομπές που φιλοξένησαν ανθρώπους του πνεύματος. Ποια ήταν «Τα ΑΛΛΑ ΡΟΥΧΑ» που θα θέλατε να είχατε φορέσει;
Ευχαριστώ για το πετυχημένος αλλά δεν αισθάνομαι να μου περιποιεί τιμή, το αντίθετο μάλιστα θα έλεγα… Αλλά ευτυχώς δεν είμαι πετυχημένος… Μέσα σ’ αυτή την απαιδευσία και ακηδία για τη γνώση, στο χώρο της  δημοσιογραφίας, προσπάθησα να κάνω κάτι που να μου αρέσει και να είναι κοντά στα ενδιαφέροντά μου. Όμως έχω γνωρίσει και αξιόλογους και σοβαρούς ανθρώπους στο δημοσιογραφικό χώρο που δεν είναι γνωστοί, λογικό άλλωστε… Όποιος σέβεται στοιχειωδώς τον εαυτό του προσπαθεί να κρατηθεί μακριά από την αγοραία κατάσταση που επικρατεί στο χώρο… Πολλά τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα, οι γανωμένοι τενεκέδες και ως συνήθως "αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάει η κότα", και βέβαια "ώ καιροί ώ ήθη". Η εκπομπή "Απόστροφος" του Τρίτου προγράμματος της ΕΡΑ, την οποία μου εμπιστεύτηκε  ο τότε Γεν. Δ/της της ΕΡΑ συνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου, της οποίας ήμουν παραγωγός, έχει καταγράψει φωνές ανθρώπων του πολιτισμού, με όσο πιο πολύ μπορούσα συνεπή τρόπο, και νομίζω ότι θα έχει την αξία της και μετά – ελπίζω- 50 χρόνια.

     Τα άλλα ρούχα που θα ήθελα να είχα φορέσει δεν είναι ούτε ράσα, ούτε στολή αστροναύτη, αλλά τα ρούχα που "γι’ αλλού κινάμε κι αλλού η ζωή μας πάει"… Και βέβαια τα μη δημοσιογραφικά ρούχα με τα οποία με γνώριζαν κάποιοι άνθρωποι… Δυστυχώς, ενώ η δημοσιογραφία και η συν-γραφή έχουν κοινό τόπο τη γραφή είναι εντελώς αντίθετες… Ελπίζω να μην έχω κάψει όλες τις φλάντζες και να μου περίσσεψε ψυχή για ό,τι αγαπάω, τη λογοτεχνία. Έτσι θα πορευτώ από εδώ και πέρα και όπου και ό,τι βγει. Απλώς τής είμαι αφιερωμένος με συνέπεια και σύμβαση αποκλειστικής  απασχόλησης κι ακόμα είμαι έτοιμος για όσες  υπερωρίες απαιτηθούν…! Καλή επιτυχία στην προσπάθειά σας και  ευχαριστώ για τη δυνατότητα που μου δώσατε να φλυαρήσω…





    Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Η       Σ Υ Μ Μ Α Θ Η Τ Ω Ν

Ως  να  ήταν  σε  ταινία   βουβή
Σε  σύθαμπο  του  χρόνου
Κι  ήταν  πληγές  ψιμύθιο  περασμένες
Αλλά  του  χρόνου  τα  σημάδια  δεν  ακούνε

Κι  ένα  αεράκι  άηχο  να  τρεμοπαίζει
Ρούχα  φαρδιά , μαλλιά  αραιά  που  υποχωρούνε
Ευθυτενή  τα  βλέμματα  συμβιβασμένες  υγρασίες

Κατέβαιναν, ανέβαιναν , αποχωρούσαν 
Ήταν  σε   κίνηση αργή  ψαρί  κοπάδι
Με  το  συναίσθημα   μαλλί  ακούρευτων  προβάτων 
Μπλεγμένο    κολλιτσίδες  και  ασπαλάθους  να  βαραίνει

Και  σάμπως  κάτι  τους  συνέδεε
Τόσοι  μαζί  να  προχωράνε , χωρίς  λόγο,  δε  συμβαίνει

Τον  χρόνο  κουβαλούσανε
Σαν  σε  κηδεία.

          ΟΙ    ΜΝΗΜΕΣ

Κρεμαστών  ρολογιών  άηχος  κούκος  οι  μνήμες

 Αμηχανία  σκορπούν

Στο  αίθριο  των  εκκρεμοτήτων

Έπειτα  φυγαδεύονται  ακατάληπτα

Σαν  τραπουλόχαρτα

 Στα  χέρια  δεξιοτέχνη  ταχυδακτυλουργού

Σε  μια  ερεβώδη  αναμονή

Πικρό  οξυγόνο  η  ελπίδα

Που  εξυφαίνει  τη  σκουριά  της  αχρησίας

Τόσους  αθρηνολόγητους   θανάτους

Χωρίς  την  παραμικρή  αίσθηση  της  σφαγής

Δοξολογεί  απειροστούς  η  καθημερινότητα

Το  δάκρυ  λουόμενο  αντανακλαστικό

Ματαιωμένης  κυριαρχίας  επιφώνημα

Μικρής  ή  μεγάλης  ορθοπεταλιάς  του  εγώ


Μέχρι  δακρύων

             ΤΟ   ΜΟΛΥΒΙ

Αχ ,  ενεστώτα  της  βροχής
Με  το  μολύβι  θα  σε  ντύνω
Οι  επιθυμίες  να  λιγοψυχούν
Ζάρια  σαν  παίζουν  με  το  χρόνο

Το  μελάνι  αντέχει  επώδυνα
Αιχμάλωτο    σε  κρατάει
Αν  ίσως  κάποτε  συρθείς
Βορρά  μιας  λύπης , μιας  αιμόπτυσης
Μιας  έστω  ανοίκειας  ομολογίας

Το  μολύβι  μοίρα  χοϊκή
Έρχεται  και  φεύγει
Το  ίχνος  του  μετακλητό
Μια  δίμετρη  μονοκονδυλιά
Μια  υποψία
Που  χάραξε  τη  μαύρη  γης  την  κατακλειδωμένη
Και  τώρα  ανθούνε  λούλουδα
Χορεύουν  πασχαλίτσες
Κόκκινες , κίτρινες ,πορτοκαλί
Με  βούλες  πασχαλίτσες
Κι  ορθοτομούν  τον  έρωτα  

Και  σεις  λέξεις  ανάπηρες   το  τι  ποθώ  δεν  λέτε
Το  τι  θωρώ  δεν  γράφεται  κι  ό,τι  μιλώ  ξεχνιέται.



Η   Β Ρ Ο Χ Η

Άτακτο  ποδοβολητό
Της  βροχής  οι πρώτες  ψιχάλες
Ήχους  ζωγραφίζουν 
Στα  ηχηρά  φύλλα της  μανόλιας
Έτσι  δεν  υποψιάζεσαι την αποστολή  ευεργεσίας
Με  το  φόβο σου αναμετριέσαι
Την   σαγήνη  της  βροχής
Των  δένδρων  τον  ίσκιο  που  ξεγυμνώνει
Στο  σφαγείο  του  έρωτα  να  τα  σύρει

Γιατί  στον  ιερό – όλα  από  πάνω  έρχονται – τον γάμο,
Κι όλα  από  κάτω  αναβλύζουν
Όπως  αυτή  η  πληθυντική  σταγόνα
Ίδια  με  κέρμα  που  διέλαθε  των  δακτύλων
Το  αλευρωμένο  χώμα  του  καλοκαιριού αναταράζει
Καθώς  τη  θωρείς  σε  πλάνο  κοντινό
Αστέρα  μακρινού  το  έδαφος  που  κοχλάζει
Σαν  το  χυλό  σε  δυνατή  φωτιά

Αχ , αυτή  η  αέναη  θερμότητα
Από  τα  μέσα  προς  τα  έξω  πως  εκβάλλει
Και  τρέχουν  τα  παιδιά  στο  ξάγναντο
Τον  άλλο   εαυτό  τους να  ανταμώσουν
Μη  ξέροντας  πως  ο  έρωτας  σελώνει  τ’ άλογό  του._




  Του   Θάμυρη   το   ταξίδι


    "…Θάμυριν τον  Θρήικα  παύσαν  αοιδής…στεύτο  γάρ  ευχόμενος
                                   νικήσεμεν  εί  πέραν αύται  Μούσαι  αείδοιεν…"
                                                                                                  ΙΛΙΑΔΑ     Β  595-598

Του  Αι Γιώργη  θα ήταν,
τρανή  γιορτή
και  εσύ, μακρύ  ταξίδι  Θάμυρη ,
από  τη Θράκη  στα  παλάτια  του  Ευρύτου,
τόσες  μέρες  όσες  η  ζωή  σου  οδοιπορώντας,
δεν  είδες,
μέσα  στα  έλατα  της  Οιχαλίας
τις  δάφνες  τις  εριθηλείς,
θεσπέσιε  αοιδέ,
του Δία  τις  θυγατέρες
κρυμμένες  που ήταν
προσμένοντας  από  εσένα   
το  νεύμα   αναγνώρισης  της  δωρεάς  τους .                                                                                                                                                                                                                                                    
Μα  εσύ 
λησμόνησες  της  οίησης  τα  δώρα
και  παίνεμα  δικό  σου  πρόβαλες
τις  μούσες  να  νικήσεις.

Πώς  τόλμησες τέτοια  αποκοτιά
πού βρήκες  τόσο  θράσος
τα  λέιζερ  θα σε  τύφλωσαν ,τα εφέ,
τα  φώτα  τα αστραφτερά.

Κι  αυτές
 στην  αειπάρθενη  τη  μοναξιά  τους
βλαστήμια  το  εξέλαβαν
κι  όλα  στα  πήραν  πίσω , Θάμυρη ,
 δικά τους  που  ήταν
και  τέχνη  και  φωνή.


Και  τώρα  γυρεύεις,
Εσύ,  ο  άριστος  των  αοιδών,
συμπόνια  σε  ξενυχτάδικα  της  επαρχίας
των  ξεπεσμένων  πια  περίγελως
τυφλός  κι  ατάλαντος
Θάμυρης  ο  επηρμένος.-                                    




ΤO  MΕΛΛΟΝ


Αχ , αστεράκια  σε  ματιού  ψιχάλισμα
Αντεστραμμένο  που  νομίζεις  χελιδόνι
Της  νυχτερίδας  παφλασμός  σε  μελανί  βελούδο
Για  ένα  τρικέρατο  κουνούπι  που δεν είναι –

Μετά  στο   γκρίζο  σούρουπο  χάνεται
Πίσω  απ’ τα  μαύρα  δένδρα
Κι  είναι  αθέατο,  ανύπαρκτο  μάλλον
Σαν  τον απόηχο  του  αόρατου  θιάσου
Την  ανείδωτη  γύμνια
Του  πονηρού  που την  προβάλλει  σαρκασμός
Δαιμονική  συγκίνηση  να  αρπάξει.

Κι  όμως  η  γη  θα  φοράει  ανθούς
Ως  του  θερμοκηπίου  την  εξαΰλωση
Κι  άλλο  τόσο  μετά , ωχ  Θεέ  μου,
Μέχρι  στη  μακαριότητα  του  κόκκινου  γίγαντα  να  αναληφθεί.

Ως  τότε  πολιτικοί, ιερείς, γραμματιζούμενοι  και  μάγοι
Θα  συνωθούνται  παίζοντας  πόκερ  τις  ψυχές  μας
Με  χτύπησε  ένα  αμάξι  στη  γωνία
Ούτε  τσιγάρα  δεν  πρόλαβα  να  πάρω

Ποιο  μέλλον
 Τρέχα  γύρευε  που  λέει  κι η  Δημουλά.

                με τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο

                         με τον γλύπτη Βασίλη Παπασάικα

                    με τον τραγουδοποιό Ορφέα Πιερίδη

                        με τον πατέρα Φιλόθεο Φάρο


Ο Ζαχαρίας Σώκος είναι δημοσιογράφος μέλος ΕΣΗΕΑ, π. Διευθυντής Απόδημου Ελληνισμού και Δορυφορικής Τηλεόρασης ΕΡΤ. Αρχισυντάκτης και παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών και παραγωγός της ραδιοφωνικής εκπομπής του "Τρίτου" προγράμματος της ΕΡΑ "ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ". Δ/ντης Σύνταξης του περιοδικού 

"ΠΕΡΙΣΤΥΛΟΝ". Εργάστηκε ως αρχισυντάκτης σε εφημερίδες και περιοδικά. Σπούδασε Οικονομία και  Σκηνοθεσία. Ζει στην Αγία Παρασκευή από το 1961.

Η ποιητική συλλογή "Άλλα ρούχα" είναι η πρώτη ποιητική του συλλογή και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.